BACKGROUND

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Ο καιρός της Μεταπολίτευσης τελείωσε, ήρθε ο καιρός της ευθύνης


Η ειμαρμένη και η πληρωμή της…

Του Βασίλη Φασούλα 

Όλοι κατανοούμε ότι η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών υπεδείχθη έξωθεν. «Τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών» στην Νοτιοανατολική Ευρώπη απέναντι στον «ΡωσσοΙρανικό Άξονα» έπρεπε να διασφαλισθούν παντί τω τρόπω.

Τα «ανταλλάγματα» γνωστά: Κατ` αρχάς στο μικροπολιτικό πλαίσιο : «Ανοχή» της Γερμανικής Ευρωπαϊκής Ηγεσίας στις (μετα)μνημονιακές διαπραγματεύσεις ιδίως στο «μέγα» ζήτημα των συντάξεων. Στα γεωπολιτικά: Αναβάθμιση, τουλάχιστον μέχρι σήμερον ρηματική, του αμυντικού άξονα Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ. Το τι θα επακολουθήσει σε τέτοιου είδους όψιμες συμμαχίες όμως, πέραν της κατ΄ αρχήν θετικής εξελίξεως, είναι θέμα συγκυρίας.

Στα πλαίσια αυτά της «διαπραγματεύσεως» έσπευσαν οι κυβερνώντες να παραχωρήσουν την Κρήτη ως ουσιαστικά το στρατιωτικό κέντρο των ΗΠΑ της Νότιοανατολικής Ευρώπης αλλά και να προσφέρουν στρατηγικού ενδιαφέροντος σημεία της χώρας υπέρ της Υπερδυνάμεως. Θα περίμενε κανείς λοιπόν κατόπιν των ανωτέρω, μια συμφωνία με αριστερό πρόσημο μεν, πλήν όμως ενδεικτική της ισχυρότερης διαπραγματευτικής μας ικανότητος και της θέσεώς μας εν σχέσει με τα υπό διάλυση, σήμερα, Σκόπια.

Πχ και στην χειροτέρα των περιπτώσεων, μία ονομασία του κράτους τους ως «Νέα Μακεδονία», «Nova Macedonia» με «Σλαυομακεδόνες» υπηκόους και Σλαυομακεδονική Γλώσσα.

Εκεί η συζήτηση και η αντιπαράθεση πλέον θα περιορίζετο στα εξής: Ή δεν τους αναγνωρίζουμε ποτέ με σύνθετο όνομα, με οποιοδήποτε κόστος, γιατί η αναγνώρισή τους από εμάς τους νοηματοδοτεί ως Έθνος και τους τρέφει αλυτρωτισμό σε ιστορικό χρόνο. Μία σεβαστή και εδραία θέση ενός κυρίαρχου έθνους – κράτους, την οποία προσωπικώς ασπάζομαι. Ή, έστω, δεχόμεθα το λιγότερο επαχθές μιας σύνθετης ονομασίας, ιδίως εφ’ όσον γεωπολιτικά μας συμφέρει να υπάρχει αυτό το κράτος ως ανάσχεση του Αλβανικού Μεγαλοϊδεατισμού και του μουσουλμανικού τόξου.

Υπό αυτές λοιπόν τις συνθήκες το όνομα «Νέα Μακεδονία» («Νοva Macedonia»), κατά την οικουμενική συναντίληψη του «Νέου» σε έναν γεωγραφικό προσδιορισμό, πχ « Νέα Υόρκη, Νέα Ζηλανδία κοκ» , και ο ανωτέρω ορισμός και ονοματοδοσία ιθαγενείας και γλώσσης ως σλαυικές, θα ήτο μία λογική απόληξη διαπραγματεύσεως, όχι άριστη ούτε επιτυχής, απλώς λογική.

Φυσικά, ναι, το άριστο θα ήτο τα Σκόπια να ονομάζονται «Βαρντάσκα» και το καλλίτερο «Σλαυομακεδονία». Ιδίως στην τελευταία περίπτωση, που υπό όρους τρέχοντος πολιτικού ρεαλισμού θα ήταν ιδανική, ίσως και να αντιστρέφετο η κυρίαρχη άποψη εν Ελλάδι.

Εν προκειμένω απεδείχθη ότι ως διαπραγμάτευση νοήθηκε η apriori ενδοτικότητα προς «ίδιον όφελος» των κυβερνώντων. Ουδείς επέβαλε την παραχώρηση της «Μακεδονικής ταυτότητας» και της «Μακεδονικής γλώσσας».

Η “παραίνεση» είχε ως εξής: «Βρείτε λύση άμεσα». Η ανεπάρκεια, η άγνοια, η προχειρότης, η ιδεοληψία, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι καταστροφικός σύμβουλος. Δεν ομιλούμε περί μιας κακής συμφωνίας. Ομιλούμε περί μιας καταστροφικής και διχαστικής συμφωνίας που θα εξάψει ένθεν κακείθεν εθνικισμούς ενώ θα μπορούσε να συσσωματώσει εθνικό κεφάλαιο.

Ακόμη και στην «υψηλή πολιτική» της Συμφωνίας, ουδεμία μη υφαρπαγή πολιτισμικής παραδόσεως διασφαλίζεται. Έκαστο μέρος αναγνωρίζεται ότι έχει δική του θεώρηση της Ιστορίας της Μακεδονίας. Η διασφάλιση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας της «βόρειας περιοχής του πρώτου συμβαλλόμενου μέρους», ουδεμία πρακτική σημασία έχει στην ιστορική προπαγάνδα των Σκοπίων.

Οι Σκοπιανοί διαδίδουν το αφήγημα ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ουδέποτε αισθάνονταν Έλληνες παρά την βιαία ελληνοποίηση που κατά καιρούς εδέχθησαν και κάποια στιγμή ανεμείχθησαν με τους Σλαύους ώστε σήμερα το αμάλγαμα αυτό να αποτελεί γνησίους απογόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Υπάρχει κάποια διάψευση της προπαγάνδας τους επί της συμφωνίας; Προφανώς όχι. Πλέον ως «μοναδικοί» Μακεδόνες θα πρεσβεύουν τα φαντασιακά τους σκευάσματα απερισπάστως. Η ασάφεια σε τέτοιου είδους όρους, φέρει «ερμηνεία» και η «ερμηνεία» είναι ο βιότοπος των «δεινών».

Η μικροπολιτική επιβίωση όμως ως αυτοσκοπός δεν σε αφήνει να δεις καν το μέλλον των επομένων ετών, ή δεν σε ενδιαφέρει να το δεις. Έτσι, κατά το βραχυπρόθεσμο μέλλον αυτό που θα αποτελέσει και την «επόμενη ημέρα» της συμφωνίας:

«Μακεδόνες» τουρίστες, έμποροι, αντιπρόσωποι θα εισέρχονται στα εδάφη της ελληνικής Μακεδονίας, θα αξιώνουν, άλλοι ευγενώς άλλοι με ύφος, από τους ντόπιους πληθυσμούς να τους προσαγορεύουν ως τέτοιους και πολλοί εξ αυτών θα διακηρύττουν ότι είναι και οι μόνοι Μακεδόνες, το αυτό θα αντιμετωπίσουν οι Έλληνες στα Σκόπια. Τα ελληνικά μακεδονικά προϊόντα και αντιπροσωπίες θα έχουν σαφές πρόβλημα επιχειρηματικό και εμπορικό με την ονομασία προελεύσεώς τους, με ανάγκη για κατοχύρωση ευρωπαϊκών και παγκοσμίων σημάτων και αβέβαια κατάληξη με χιλιάδες ευρω οικονομική αιμορραγία ανά επιχείρηση.

Πλήθος «σωματείων» για την διατήρηση της «Μακεδονικής Γλώσσας και Πολιτισμού» θα ανθίσουν σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας με συγκεκριμένους κυρίους. Πώς θα μπορεί να απαντήσει το Ελληνικό Κράτος και κατ` επέκτασιν η Ελληνική Δικαιοσύνη σε αυτό και με τι πλέον νομοτεχνικά όπλα;

Συνεπώς θα ανθήσουν απροσκόπτως ιπποφορβεία σκοπιανού αλυτρωτισμού.

Πώς θα απαντήσει το Ελληνικό Κράτος και στην απαίτηση, σε επόμενο βήμα, αυτών των «σωματείων και συλλόγων» για διδασκαλία της «Μακεδονικής» στην Ελληνική Επικράτεια και πώς θα το αρνηθεί η Ελληνική Δικαιοσύνη όταν σιγά σιγά θα δοθούν τα ερείσματα για «αναγνώριση μειονοτήτων»; Πώς θα συγγραφούν τα «κοινά σχολικά συγγράμματα» και πώς διασφαλίζεται η επιστημοσύνη και τα κίνητρα των ιστορικών που θα χρησιμοποιεί η εκάστοτε κυβέρνηση;

Πώς υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα «λάμψει» ο εθνικισμός ένθεν κακείθεν των συνόρων μας; Πώς δεν θα επιστρέψουμε, άμεσα, σε εμφυλιοπολεμικές ρητορείες με «προοδευτικούς και προδότες», σε μία χώρα υπό κατάρρευση όπως η δική μας; Πώς δεν θα υπάρξει διχασμός; Ποιος εν τέλει μας εγγυάται ότι τα Σκόπια δεν θα αποτελέσουν δούρειο ίππο εθνικών συμφορών εκ των έσω αλλά και με εξωτερικούς παίκτες;

Για να απαντηθούν όλα αυτά πρέπει

α) να ενδιαφέρουν κάποιον ως ερώτηση
β) κάποιος να θέλει να απαντήσει σε αυτά.

Οι κυβερνώντες έδρασαν ως το «τέλος πάντων» της χαίνουσας κουλτούρας της μεταπολιτεύσεως.

Έδρασαν ακραιφνώς μικροπολιτικώς και όχι πολιτικώς.

Ο πολιτικός της μεταπολιτεύσεως αργά αλλά σταθερά έχει παύσει να θεωρεί, έστω να έχει υπόψιν του, τον εαυτόν του ως Ιστορικό Υποκείμενο και τον ενδιαφέρει μονάχα η επιβίωσή του. Τούτο φέρει αφοβία έως αδιαφορία για το επέκεινα των πράξεών του και εν γένει αιχμαλωτίζει την πολιτική πράξη στο συγκυριακό συμφέρον. Η αντιδημοκρατική άρνηση δημοψηφίσματος αλλά και η πολιτική απόφαση για απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών, ανεξαρτήτως συνταγματικότητος ή μη της αποφάσεως αυτής, είναι μέρη αυτής της συλλογιστικής.

Η πολιτική όμως χωρίς κυρίαρχο λαό δεν νοείται. Πλέον οι ευθύνες βαρύνουν την ίδια την ελληνική κοινωνία . Είμαστε το μέλλον του παρελθόντος των προγόνων μας και το παρελθόν του μέλλοντος των παιδιών μας. Είμαστε το Κράτος και το Μέλλον του. Είμαστε η ειμαρμένη και η πληρωμή της.

Ας αναλάβουμε πλέον όλοι τις ευθύνες μας έστω και πολύ αργά.

Ο καιρός γαρ της μεταπολιτεύσεως τετέλεσται, έρχεται ο καιρός της Ευθύνης.

HellasJournal